Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Cine copy paste

















ΡΕΟ
Το κτίριο Πολυδωρόπουλου
Μαραθωνοδρόμος από το 1953, ο κ. Ιωάννης Ζώρζος αποφάσισε να περπατήσει βήμα βήμα όλη την περιοχή του. Ξεκινώντας να γράψει την ιστορία του Δήμου Ζωγράφου, στον οποίο έχει διατελέσει δημοτικός σύμβουλος, άρχισε το οδοιπορικό του από την οδό Ιλισίων, εκεί όπου ήταν το κτίριο του Πολυδωρόπουλου, το σημερινό θέατρο Ποταμίτη, πρώην κινηματογράφος ΡΕΟ. «Η πολυκατοικία του Πολυδωρόπουλου» εξηγεί ο παλιός Ζωγραφιώτης «επί της οδού Ιλισίων και Κερασούντος χτίστηκε το 1917 και το ισόγειο ήταν συνεργείο συναρμολόγησης των αμερικανικών αυτοκινήτων ΡΕΟ, των οποίων οι αδελφοί Πολυδωρόπουλοι ήταν αποκλειστικοί εισαγωγείς στην Ελλάδα. Εκτός των Πολυδωροπουλαίων, στο κτίριο αυτό έχουν ζήσει από το 1934 έως το 1939 η Κατίνα Παξινού με τον Αλέξη Μινωτή και η διάσημη χορεύτρια Λιλή Μπερδέ». Ωραίο συμβολικό σημείο συνάντησης παλιών και καινούργιων για να ξεκινήσει κανείς να αφηγηθεί μια μακριά ιστορία
Το Βήμα 25/11/2001

***

ΡΕΞ, ΣΙΝΕΑΚ
Το μέγαρο «Ρεξ»
Το μέγαρο θεαμάτων «Ρεξ» στη μικρή Αθήνα του 1937 φάνταζε αληθινός ουρανοξύστης, και έπαιξε το σπουδαιότερο ρόλο στην καλλιτεχνική κίνηση της χώρας: ένα εκπληκτικό θέατρο στο ρετιρέ, το μεγαλύτερο της Ελλάδας, το «Σινεάκ» στο υπόγειο και ο κινηματογράφος ανάμεσα, από τους μεγαλύτερους και ωραιότερους της Ευρώπης.
Τον Φεβρουάριο του 1937 σηκώθηκε για πρώτη φορά η βαριά βελούδινη αυλαία του θεάτρου «Κοτοπούλη», με τον τεράστιο πολυέλαιο και τα επιβλητικά θεωρεία. Στη σκηνή η «Βασίλισσα Ελισάβετ» του Αντρέ Ζοσέ, με τη Μαρίκα Κοτοπούλη στο ρόλο, σκηνοθεσία Γιαννούλη Σαραντίδη, κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη και σκηνικά του Κίμωνα Λάσκαρη. Στη διανομή Γιώργος Παπάς, Δημήτρης Μυράτ, Αντώνης Γιαννίδης, Θόδωρος Αρώνης.
Από τότε τα μεγαλύτερα ονόματα πέρασαν από τη σκηνή του, πλάι στην Κοτοπούλη, κυρίαρχη μέχρι το 1954 που πέθανε. Εδώ ξανάζησαν τα «Παναθήναια του '40» με την έναρξη του πολέμου, ο Λογοθετίδης γνώρισε μεγάλες επιτυχίες, ο Κάρολος Κουν έκανε τις πρώτες του σκηνοθεσίες, η Βάσω Μανωλίδου στάθηκε μια μοναδική «Ιωάννα της Λωρραίνης».
Στα χρόνια της κατοχής θριάμβευσαν τα μιούζικαλ «Καφέ Μετροπόλ», «Αλάτι και πιπέρι» με αστέρια πρόζας και μουσικού, ανάμεσα και ο Δημήτρης Χορν, ενώ τέλος του '40 οι αδελφές Καλουτά αποθεώνονται στο «Μ' αγαπά δεν μ' αγαπά».
Αργότερα ήθραν η Μελίνα Μερκούρη, η Αννα Συνοδινού, ο Ντίνος Ηλιόπουλος, η Κατίνα Παξινού «Μπερνάρντα Αλμπα» με την Τζένη Καρέζη (Αντέλα) και τη Βούλα Ζουμπουλάκη (Μαρτίριο), η Βουγιουκλάκη ως «Κλεοπάτρα» στο πολυσυζητημένο μιούζικαλ.
Εδώ η Κοτοπούλη βράβευσε η ίδια με το έπαθλό της, την Ελλη Λαμπέτη και τη Μελίνα Μερκούρη.
Στο χώρο του σινεμά το «Σινεάκ» έπαιξε ρόλο ιδιαίτερο επί δεκαετίες, μέχρι που το κατάργησε η τηλεόραση, και για μερικά χρόνια συνδέθηκε με την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή (Βρυκόλακες, Ματωμένος γάμος, Η Ηρα και το παγώνι).
Οσο για το θρυλικό «Ρεξ», που σήμερα έγινε σκυλάδικο πολυτελείας, ήταν το Νο1 σινεμά της Αθήνας, γνωρίζοντας τις μεγαλύτερες δόξες του με τη «Σκούρας Φιλμ». Το «Αίμα και άμμος» με τον Τάιρον Πάουερ κατέρριψε το ρεκόρ εισιτηρίων (50 χιλ. η πρώτη εβδομάδα, γύρω στις 7 χιλ. εισιτήρια την ημέρα).
ΝΩΝΤΑΣ ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 16/12/2002

***

ΑΣΤΡΟΝ ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ
Αυτό το τραγούδι κρατάει μια ζωή
«Μπαμπά, γιατί αυτός ο κύριος με τη μεγάλη μύτη κοιμάται στο κρεβάτι μου; Θέλω να φύγει αμέσως!»
Χρόνια ανέμελα που πέρασαν, αφήνοντας πίσω τους αναμνήσεις που, στο μυαλό μου (και την καρδιά μου), έχουν πάρει με το πέρασμα του χρόνου, άλλες διαστάσεις. Η ενόχληση του μικρού παιδιού που βλέπει «έναν κύριο με μεγάλη μύτη να κοιμάται στο κρεβάτι του», έχει μεταμορφωθεί σε μια τρυφερή ανάμνηση, αφού αυτός ο κύριος ήταν ο Νίκος Σταυρίδης που, για τις ανάγκες μιας ταινίας που γυριζόταν στο σπίτι μας στην Βάρκιζα (ένα μεγάλο, επιβλητικό σπίτι για την εποχή του, που η χρήση του μείωνε και τον προϋπολογισμό της ταινίας!).
Ζητώ συγγνώμη προκαταβολικά, όταν αναφέρομαι σ' αυτό το κομμάτι της ζωής μου, παρασύρομαι και δε μπορώ να βάλω σε τάξη τα όσα λέω ή γράφω. Πηδάω από το ένα θέμα στο άλλο και στο τέλος, συνειδητοποιώ ότι έχω παραλείψει αυτό που θεωρώ το πιο σημαντικό απ' όλα!
Η αλήθεια είναι ότι η οικογένειά μου ήταν μια «κινηματογραφική οικογένεια» επί πολλές γενιές. Είχαμε ένα γραφείο παραγωγής ελληνικών ταινιών αλλά και διανομής διεθνών παραγωγών (θυμάμαι ακόμα τις μεγάλες επιτυχίες του γραφείου μας, τον «Μικρό Κολυμβητή» με τον Λουΐ Ντε Φυνές, τον «Πόλεμο των Κουμπιών» και το «Τρύπιο Δολάριο», ένα από τα πιο χαρακτηριστικά «σπαγγέτι γουέστερν»). Και πολλοί από τους Έλληνες ηθοποιούς που είχαν εμφανιστεί στις ταινίες μας (ο Νίκος Σταυρίδης, ο Κώστας Χατζηχρήστος, ο Γιάννης Γκιωνάκης, ο Αλέκος Τζανετάκος, η Μαίρη Κυβέλου ήταν μερικοί απ' αυτούς) είχαν φιλοξενηθεί σ' αυτό το σπίτι της Βάρκιζας (το οποίο μόλις πρόσφατα έπαψε να ανήκει στην οικογένειά μου), για γυρίσματα ταινιών της κινηματογραφικής μας εταιρίας, προκειμένου να μειωθεί το κόστος παραγωγής.
Όταν ο παππούς μου γύρισε από το Παρίσι όπου είχε βρεθεί πρόσφυγας από την Προύσα κατά την Μικρασιατική Καταστροφή, είδε με το καθαρό βλέμμα που είχαν αρκετοί άνθρωποι της γενιάς του, ότι ένας από τους χώρους που θα αναπτύσσονταν στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια, ήταν ο κινηματογράφους. Όταν ξεκίνησε το ΑΣΤΡΟΝ μαζί με ορισμένους συνεταίρους στις 4 Ιανουαρίου 1957, οι Αμπελόκηποι θεωρούνταν προάστιο και μάλιστα αρκετά απόμακρο: δεν υπήρχε φυσικά τότε καμία κινηματογραφική αίθουσα εκεί και η επιλογή αυτής της τοποθεσίας, μάλλον ρίσκο μπορούσε να χαρακτηριστεί!
Με μεγάλη συγκίνηση, έκανα σιγά-σιγά και τυχαία, συνήθως, τις συνδέσεις ανάμεσα σε ιστορικά στοιχεία που γνώριζα για την οικογένειά μου και σημεία αναφοράς ακόμα και της σύγχρονης κοινωνικής ζωής στην πόλη μας. Κάπως έτσι κατάλαβα από πού πήρε το όνομά του ο θερινός κινηματογράφος ΣΙΝΕ-ΠΑΡΙ που βρίσκεται στην οδό Κυδαθηναίων, στην Πλάκα. Κουβαλούσε πάντα το Παρίσι μέσα στην ψυχή του, ο παππούς μου...
Κι απ' όλα αυτά, που έχουν παρασυρθεί σαν κόκκοι άμμου σε μια παραλία μετά από ανεμοθύελλα, μένει μέσα στο πέρασμα των χρόνων ακλόνητος ένας χώρος που δε θα πάψω ποτέ να τον αισθάνομαι σαν το σπίτι μου: ο κινηματογράφος ΑΣΤΡΟΝ.
Κι όσο κι αν οι συνθήκες κινηματογραφο-θέασης έχουν αλλάξει δραματικά στη σημερινή εποχή, υπάρχουν ακόμα μερικές μεμονωμένες αίθουσες που, σε πείσμα των καιρών και παρά τις προφανείς αλλαγές που υπαγορεύονται από τις νέες ανάγκες ενός θεατή, διατηρούν αναλλοίωτο το γλυκό μυστήριο της ζωής. Στο κάτω-κάτω, καμία άλλη δύναμη εκτός από την ανθρώπινη ψυχή, δεν μπορεί να περιγράψει τόσο καλά αυτό το μυστήριο όσο ο κινηματογράφος!
Κι όταν βρίσκομαι εκεί, σε κάθε μου κίνηση, νιώθω το παρελθόν σαν αναζωογονητική δύναμη να με αγκαλιάζει, χωρίς όμως το αγκάλιασμα αυτό να με πνίγει. Σαν ένα βλέμμα αισιοδοξίας στο μέλλον, που ρίχνει κλεφτές τρυφερές ματιές στο παρελθόν.
Σαν ένα τραγούδι που μου αρέσει, επειδή κλείνει μέσα του στιγμές που δεν θα ξανάρθουν και θύμησες από αγαπημένα πρόσωπα που δεν υπάρχουν πια, αλλά η αύρα τους αιωρείται μέσα στη μελωδία του.
Έτσι είναι για εμένα το ΑΣΤΡΟΝ. Σα μια γλυκιά μελωδία που φέρνει στο μυαλό μου λατρεμένα πρόσωπα και περασμένες στιγμές, καθορίζει το στίγμα μου στο χωρόχρονο και με κάνει να αισθάνομαι ότι είμαι κρίκος μιας πορείας που εξυφάνθηκε από δυνάμεις που μου είναι αδύνατον να κατανοήσω.
Έτσι είναι για εμένα το ΑΣΤΡΟΝ. Σαν τραγούδι που με φορτίζει συναισθηματικά αλλά την ίδια ώρα με κάνει να πετάω. Μόνο που αυτό το τραγούδι κρατάει μια ζωή...
Σ.Σ. Συγγνώμη που μίλησα χωρίς προσχήματα «επί προσωπικού». Το είχα ανάγκη. Εξάλλου, δεν πρέπει να έχω αυταπάτες ... ούτε κι εσείς, άλλωστε: κάθε λέξη σ' αυτήν εδώ την διαδικτυακή κατοικία, ακόμα κι αν κρύβεται πίσω από χρώματα κι αρώματα που δεν πονηρεύουν τον αναγνώστη, επί προσωπικού είναι.

***

ΣΙΝΕ ΑΡΙΚΑ - ΑΝΩ ΝΕΑ ΣΜΥΡΝΗ
Αντιπαροχή
Πρώτη φορά είχε γίνει κάτι σαν πορεία, σαν μικρή εξέγερση για καλοκαιρινό σινεμά... για το σινεμά Αρίκα... άνθρωποι της γειτονιάς, μικροί, μεγάλοι, όλοι ήταν εκεί... αλλά τελικά το σινεμά Αρίκα έγινε πολυκατοικία... Η οικογένεια Αρίκα και το σινεμά Αρίκα ήταν σαν ένα σώμα... όταν χάθηκε αυτό χάθηκε και η οικογένεια...Σινεμά Αρίκα εκεί είδα την πρώτη μου ταινία στο σινεμά σε ηλικία 6 ετών... «Τα σαγόνια του καρχαρία» (Jaws), καλοί οι δικοί μου... έτρεμα τη θάλασσα για κάνα μήνα και όταν το πήρα απόφαση να ξαναμπώ στη θάλασσα... σε απόσταση μερικών μέτρων πετάχτηκε ένα παιχνιδιάρικο δελφίνι έξω από το νερό... σχεδόν έγινα Χριστός καθώς έτρεξα πάνω στο νερό... μου πήρε κάνα εξάμηνο να ξεχωρίσω το δελφίνι από τον καρχαρία... και τελικά να αποκτήσω μια ιδιαίτερη έλξη για το συγκεκριμένο θηλαστικό...Όλες τις ταινίες του Μπρους Λη, του Τζάκι Τσαν, πριν γίνει σταρ του Χόλιγουντ, είδα στο σινεμά Αρίκα, είχα μαύρη ζώνη στις ταινίες καράτε... μάζευα το χαρτζιλίκι μου όλη την εβδομάδα για να πάω στο σινεμά Αρίκα να δω ταινία καράτε... επίσης όλες τις ταινίες της σειράς Γρανίτα από λεμόνι και τα Πόρκις... και από την άλλη Οδύσσεια του Διαστήματος 2001 του Κιούμπρικ...Το σινεμά Αρίκα το είχε η οικογένεια Αρίκα (ο μπαμπάς Αρίκας, με τη βιβλική μορφή του, αν και μάλλον πιο πολύ έφερνε προς τον Κρίστοφερ Λι με άσπρο παχύ μουστάκι και άσπρα μαλλιά κολλημένα πίσω με μπριγιαντίνι, η μάνα Αρίκα γεματούλα, στρογγυλή σαν μπάλα, η μόνη που δεν μιλούσε ποτέ, πάντα σιωπηλή, ο γιος Αρίκας με μαλλί φράντζα να καλύπτει το ένα μάτι, λιγδιασμένο και το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδος, ίδιος ο Ανέστης Βλάχος και η ατίθαση κόρη Αρίκα ψηλή, νταρντάνα, έφηβη, ψεύδιζε λίγο και έτοιμη για όλα)... Φυσικά, υπήρχε και ο κινηματογραφιστής ο οποίος ήταν ο μεγάλος αδελφός ενός φίλου μου, ήταν μεταλάς και ραδιοπειρατής, φορούσε πάντα τις κλασικές μαύρες μπλούζες των iron maden και ελαστικό παντελόνι... και μαλλί αφάνα...Το σινεμά Αρίκα είχε ένα μόνο ηχείο, όπου πριν από την ταινία ή στο διάλειμμα άκουγες εναλλαγές του Πάριου με τους iron maden, τη μουσική την έβαζε ο αδελφός του φίλου μου, ο πατέρας Αρίκας τού ζητούσε να παίζει Πάριο και αυτός έπαιζε με σφήνες από μέταλ...Υπήρχε μια μπανανιά στο σινέ που τα φύλλα της έπεφταν στην οθόνη και κάλυπταν την κάτω δεξιά γωνία της οθόνης... ποτέ κανείς δεν την πείραξε ή δεν διαμαρτυρήθηκε γι' αυτήν ήταν και αυτή μέρος της μαγείας... είχε φυσικά και γιασεμί για το γνωστό άρωμα του καλοκαιρινού σινεμά. Το πάτωμα ήταν από χαλίκια και οι καρέκλες ήταν με πανιά... Από αριστερά το σινέ συνόρευε με ένα εργαστήριο ξυλουργίας και από δεξιά με το σπίτι των Αρίκα...Το να πας στο σινεμά Αρίκα ήταν για μας τελετουργία είτε ήμασταν μεγάλη παρέα είτε ήμουν με κάποιον φίλο... Επειδή τις περισσότερες φορές δεν είχαμε χρήματα έπρεπε να βρούμε κάποιο τρόπο για να μπούμε... Πολλές φορές πηγαίναμε στο ξυλουργείο που ήταν κλειστό μπαίναμε από μια τρύπα που ΄χε στον σιδερένιο φράχτη, σκαρφαλώναμε τη μάντρα που χώριζε το Αρίκα από το ξυλουργείο και παρακολουθούσαμε το έργο... Δυστυχώς ο μπαμπάς Αρίκας μάς πήρε χαμπάρι και σε μια παράσταση ήρθε χωρίς να τον πάρουμε χαμπάρι και τράβηξε το πόδι του Τ έπεσε κάτω έπεσα και γω πάνω στον μπαμπά Αρίκα και πάνω στον πανικό μες στο σκοτάδι καταφέραμε να το σκάσουμε... Το άλλο κόλπο είχε να κάνει με τον γιο Αρίκα... Του άρεσαν τα αυτοκινητάκια, είχε μάλλον κάποιο κόλλημα με αυτά, οπότε φτιάχναμε αυτοκινητάκια χαλασμένα (σίγα μην του δίναμε τα καλά μας) τα κολλάγαμε, τα βάφαμε και του τα πηγαίναμε και κείνος κρυφά από τον πατέρα του μας έβαζε... Αυτό πάλι δεν έπιανε πάντα γιατί έπρεπε να 'ταν κάπως απομακρυσμένος από το ταμείο ο πατέρας Αρίκας... Το άλλο κόλπο και τελευταίο πηγαίναμε νωρίτερα από την πρώτη παράσταση που ήταν ακόμα μέρα, την είχαμε στημένη από έξω, όπου ο γιος Αρίκας ήταν μόνος του, καθώς αυτός πάντα το άνοιγε, μόλις έφευγε από το ταμείο για να πάει να κάνει στα κρυφά τσιγάρο στις τουαλέτες του σινεμά τζουπ τρυπώναμε εγώ και ο Τ στα μουλωχτά στο σινέ και κρυβόμασταν πίσω από τις τελευταίες καρέκλες που είχε σαν αποθήκη για να βάζει και άλλες καρέκλες... Δυστυχώς μια μέρα ο μπαμπάς Αρίκας ανακάλυψε το πακέτο τσιγάρα που 'κρυβε ο γιος Αρίκας πάνω από το καζανάκι (ήταν από αυτά τα παλιά που είναι ψηλά σχεδόν στο ταβάνι)... και αφού πέσανε κάποιες φάπες ενώ έπαιζε κάποια ταινία... και είχαμε λειώσει στο γέλιο... χάσαμε και αυτή την καβάτζα... ο Τ όμως στεναχωρήθηκε διπλά γιατί συχνά-πυκνά «δανείζονταν» κάνα τσιγαράκι από τα κρυμμένα του γιου Αρίκα...Όταν πήγαινε όλη η παλιοπαρέα... τότε γινόταν χαμός... πλάκες, γέλια, μπαλόνια προφυλακτικά στο διάλειμμα, χαλικοπόλεμος... Υπήρχαν κάποιοι «κλασικοί» γέροι του σινέ Αρίκα, λες και πηγαίνανε πακέτο με το σινεμά, λες και είχανε ριζώσει, όποτε και να πηγαίναμε ήταν εκεί... αντί για τον καφενέ είχαν το καλοκαιρινό σινέ Αρίκα... όπου πηγαίνανε να κουτσομπολεύσουν και να κράξουν παρά να δουν ταινία, όπως δεν θα ξεχάσω έναν από αυτούς όταν στο τέλος της ταινίας αναφώνησε... «15 χρόνια σ'αυτό το σινεμά ολάκερη ταινία δεν έχω ματαδεί»... Ε, βασικά είχε κάποιο δίκιο... Καμιά ταινία δεν παιζόταν ολόκληρη, ίσως ποτέ να μην είδα ολόκληρη ταινία στο σινέ Αρίκα... εκεί που οι πρωταγωνιστές βγάζανε τα ρούχα τους... τα ξαναβάζανε... μια φορά μία ταινία τελείωσε σε 50 λεπτά καθώς βιαζόταν ο μεγάλος αδελφός του φίλου μου, είχε να πάει σε πάρτι... Έτσι το «χασάπη!!!» έπεφτε σύννεφο...Ο ένας προβολέας που φώτιζε το σινεμά πρέπει να ήταν από το σπίτι των Αρίκα γιατί κάποιες φορές άρχιζε η ταινία και στο πανί έβλεπες τη σκιά της μητέρας Αρίκα να απλώνει τα ρούχα τους...Ο αδελφός Αρίκα καθόταν πάντα στο ταμείο και στο διάλειμμα κρατούσε το κυλικείο όπου έψηναν και σουβλάκια, φυσικά η γνωστή ιστορία για τις εξαφανίσεις ζώων να σχετίζονται με τα σουβλάκια έπαιζε και δω...Η φοβερή ατάκα του αδελφού Αρίκα που έμεινε στην ιστορία είχε να κάνει όταν πήγε ο Κ να βγάλει εισιτήριο και του έδωσε 150 δρχ. ενώ είχε 130 το εισιτήριο... ο αδελφός Αρίκα ρωτάει «Ένα;» τού κάνει πλάκα ο Κ «όχι δύο», «δύο δεν φτάνουν», απαντάει ο αδελφός Αρίκα...Η αδελφή Αρίκα έδινε το πρόγραμμα, ένα χαρτάκι με μπλε μελάνι που έγραφε την υπόθεση του έργου που πολλές φορές ήταν και λάθος... Επειδή πληρωνόταν γι' αυτό και μάλλον της δίνανε κάποιο χαρτζιλίκι από αυτή την υπόθεση είχε πάρει πολύ σοβαρά τον ρόλο της, ζητώντας πολλές φορές επίμονα να πάρεις πρόγραμμα... «Πάε πόαμμα!!! Πάε πόαμμα!!!», ενώ πολλές φορές σε τράβαγε και από το χέρι... μια φορά πήγε ο Μ και καθότι είναι λίγο εριστικός την απέφυγε λίγο άσχημα και αυτή από την τσαντίλα της καθώς τον είχε πιάσει από το χέρι τού το δάγκωσε...Αν καθόσουν περίεργα στην καρέκλα ή αν έβαζες τα πόδια σου στην μπροστινή ο μπαμπάς Αρίκας ήταν εκεί να στην πει και να σου εξηγήσει ότι τα πανιά της καρέκλας είναι πανάκριβα καθώς είχαν 1.000δρχ το ένα!!! Μια φορά περνάγαμε έξω από το σινέ Αρίκα και είχε ταινία πρώτης προβολής, σπάνιο φαινόμενο, ήταν το Αριζόνα Τζούνιορ, η προβολή άρχιζε στις 11.00 και ήταν 11.30 οπότε λέμε κρίμα το χάσαμε, βγαίνει όμως ο επιβλητικός μπαμπάς Αρίκας και μας προτρέπει να μπούμε γιατί... μόλις τώρα θα αρχίσει προλαβαίνετε... ήμασταν 10 άτομα... Μπήκαμε, μέσα ήταν ένα ζευγάρι μάλλον για χαμούρεμα παρά για έργο και ένας από τους κλασικούς γέρους, το έργο άρχισε 11.40 και τέλειωσε 12.20 έπειτα από χρόνια ανακάλυψα πόσες σκηνές είχα χάσει στο έργο...Τον πρώτο μου έρωτα την Κ εκεί την πήγα στο πρώτο μας ραντεβού και κει της έδωσα το πρώτο φιλί, καθώς λίγο πιο κει οι κλασικοί γέροι παίζανε χαλικοπόλεμο...Πάντα περιμέναμε την έναρξη του σινέ Αρίκα με λαχτάρα γιατί έβαζε δύο ταινίες στην τιμή της μίας και η πρώτη ήταν πάντα Αστερίξ...Μια μέρα το σινέ Αρίκα έμεινε κλειστό... Ακούστηκε ότι ο μπαμπάς Αρίκας αρρώστησε... Την επομένη ακούστηκε ότι θα δωθεί προς αντιπαροχή, θα γινόταν πολυκατοικία!!! Βγήκανε πανό διαμαρτυρίας... κάποιος κάλεσε σε συγκέντρωση τον κόσμο για να δείξουν το ενδιαφέρον τους για το σινεμά... μαζεύτηκε όλη η γειτονιά... για πρώτη φορά ένιωσα περήφανος για τη γειτονιά μου, μικροί μεγάλοι, γέροι, παιδιά, μέχρι και άνθρωποι που δεν είχα πετύχει ποτέ στο σινέ Αρίκα, όλοι ήταν εκεί... Έπειτα από λιγότερο από έναν μήνα το σινέ Αρίκα χάθηκε, η οικογένεια Αρίκα επίσης κανείς δεν έμαθε τι έγιναν, αν ο μπαμπάς Αρίκας ήταν καλά, όμως κάτα κάποια σατανική συνωμοσία... είχε μείνει η πρόσοψή του για να μας το θυμίζει, είχε μείνει και η νέον ταμπέλα του, αλλά πλέον ήταν κλειστή, παρέμεναν εκεί για χρόνια...Πέρναγα συχνά από κει για να θυμάμαι και να νοσταλγώ τα χρόνια του καλοκαιρινού σινεμά...Πέρασα έπειτα από κάμποσο καιρό χθες, η πρόσοψη του σινέ Αρίκα χάθηκε, έγινε και αυτή πολυκατοικία.

***

ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ
Θερινά σινεμά: Εκεί που ανθίζει το γιασεμί!
..."ΡΟMΑNTΙΚΑ", "ΕΡΙΕΤΑ", "ΑΙNΤΑ", "NIΡΒΑΝΑ". Σας θυμίζουν τίποτα; Συμμετείχαν κι αυτά κάποτε στον κατάλογο των θερινών κινηματογράφων της Ηλιούπολης. Σήμερα είναι πολυκατοικίες και μάντρες υλικών για οικοδομές. Όσο για τις χειμερινές αίθουσες "ΚΑΝΑΡΙΑ", "ΛΙΛΑ" και "ΣΙΝΕ ΗΛΙΟΥΠΟΛΙΣ" έγιναν σουπερ-μάρκετ και εμπορικά κέντρα. Το καλοκαίρι αυτό σας καλούμε "να αποτίσετε φόρο τιμής" στα σινεμά που χάθηκαν, παρακολουθώντας τις προβολές αυτών που έμειναν. Η "ΕΥΑ", η "ΝΕΛΛΗ" και ο Δημοτικός Κινηματογράφος "ΣΙΝΕ ΗΛΙΟΥΠΟΛΗ" – οι μοναδικοί που σήμερα επιβιώνουν και σας περιμένουν, για να σας μεταδώσουν κάποιες "αισθήσεις" με τον τρόπο που μόνο αυτά ξέρουν! Ένα από τα κεντρικά θέματα της φετινής σαιζόν ήταν η κινηματογραφική αίθουσα. Αφορμή στάθηκε η δημιουργία του Τζιουζέπε Τορνατόρε "Σινεμά ο Παράδεισος". Μεγάλη η επιτυχία αυτής της ταινίας. Πολλά δάκρυα και πολλά γέλια, μα πάνω απ' όλα η ταύτιση του θεατή με κάτι που έχει χαθεί, ελπίζουμε όχι ανεπιστρεπτί, την "τελετουργία του θεάματος". O κινηματογράφος ήταν η πλατεία και το καφενείο της πόλης. Εκεί τα κουτσομπολιά, τα πειράγματα, τα φλερτάκια κι όχι μόνο. Μέσα στον κινηματογράφο ονειρεύεσαι, ξεφεύγεις αλλά και παρατηρείς, αναλύεις. Η μεγάλη οθόνη, άσπρη και επιβλητική, σε καθηλώνει και σου επιβάλλει σεβασμό. Σε βάζει σε ένα κόσμο παράξενο και γοητευτικό ακόμα κι όταν είναι ρεαλιστικός. Είναι μοναδικός. Ξεφεύγεις από το χώρο και το χρόνο. "Δεν έρχεται κανείς πια" είπε ο ιδιοκτήτης δικαιολογώντας έτσι την μετατροπή της αίθουσας σε γκαράζ (Θα μπορούσε να γίνει και σούπερ-μάρκετ). Την εποχή τον video, της δορυφορικής, του fast-food, του ατομικισμού και της απομόνωσης, οι αίθουσες κλείνουν και τα εισιτήρια που κόβουν οι υπόλοιπες λιγοστεύουν. Τα επιχειρήματα των οπαδών του video αποστομωτικά. "Είναι πιο οικονομικό - που να τρέχω στον κινηματογράφο - στο κρεββάτι, ξαπλωμένος πίνω μπίρα, τρώω μουσακά και βλέπω Ψάλτη".
Ο κινηματογράφος όμως δεν είναι μόνο πρόσωπα, παράξενα και ξένα, είναι ένας τρόπος έκφρασης και επικοινωνίας, ένας τρόπος να αντιμετωπίζεις τη ζωή. Γι' αυτό η επικαιρότητα του θέματος ποτέ δεν ξεπερνιέται, πόσο μάλλον όταν ανθίζει το γιασεμί. Το γεγονός ότι η Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα που εκτός από την Ακρόπολη έχει και θερινά σινεμά, δεν αποδεικνύεται και ιδιαίτερα σοβαρό επιχείρημα. Φαίνεται οι φίλοι του γιασεμιού είναι λιγοστοί. Έτσι κι αλλιώς για την Ακρόπολη είμαστε οι μόνοι που ξέρουμε τόσα λίγα. Τι κι αν χάσουμε τα θερινά σινεμά. Άλλη μια κακόγουστη πρωτοτυπία... Αναρωτιέμαι όμως πού θα μυρίζουμε το γιασεμί αν χαθούν και τούτοι οι χώροι; Άραγε πόσο συμβάλλουν στην καταπολέμηση τού νέφους και του καθημερινού καύσωνα τα πράσινα θερινά σινεμαδάκια; Άσε που μια μερίδα "προνομιούχων", οι κάτοικοι των γύρω πολυκατοικιών δηλαδή, θα εξαφανιστεί. Πόσοι άραγε διασκεδάζουν τα καυτά καλοκαίρια με τσάμπα παραστάσεις; Μα να μη μιλήσουμε και για την γοητεία του κινηματογράφου στα θερινά τα σινεμά; Μοιάζει να βρίσκεσαι σε ένα πηγάδι και γύρω-γύρω υψώνεται τσιμεντένιο τείχος, ο ουρανός και τ' αστέρια μοιάζουν απίστευτα μακρινά. Είναι όμως μοναδικό πως καταφέρνεις να ξεφύγεις από το χώρο και το χρόνο και να χαθείς στα στενά του Μαρόκο, στο τρομερό Σικάγο ή ακόμα να λικνίζεσαι στην καρέκλα σου με το πιο χαζομιούζικαλ, απλωμένος στη καρέκλα, παίζοντας με το χαλικάκι, διαπράττεις ελαφρά τη καρδία την ιεροσυλία σου, τρώγοντας πατατάκια ή πασατέμπο. Λύτρωση από την σοβαροφάνεια, το σκεπτικισμό. Πού αλλού μας μένει να απολαύσουμε τα αστέρια και το φεγγάρι σ' αυτή τη πόλη; Πού αλλού να μυρίσουμε το άρωμα της δροσερής καλοκαιριάτικης ταινίας, να μυρίσουμε το αγιόκλημα και το γιασεμί;

***

ΣΑΜΟΣ
Οι κινηματογράφοι
Ο πατήρ Παύλος Κωτάκης αναφέρει ότι η Σάμος είχε το Πανσαμιακόν που ιδρύθηκε δεκαετία 50 και σήμερα είναι το club Bo. Ιδιοκτήτες ήταν Βεργής Δημήτριος, Κυριατζής. Υπάρχει ένας κινηματογράφος που ιδρύθηκε το 1964 ως σήμερα, λειτουργεί το χειμερινό στο υπόγειο πολυκατοικίας και το καλοκαιρινό κοντά στο λιμάνι. Ιδιοκτήτης Σκοπός. Ακόμα υπάρχει η φοιτητική λέσχη Καρλοβασίου με μία απλή αίθουσα κινηματογράφου. Στο Πυθαγόρειο στο ξενοδοχείο Δορύσσα των αδελφών Δημητρίου υπάρχει η αίθουσα Σίβυλλα που παίζει ντοκιμαντέρ και έργα για τουρίστες.

***

Η άνοδος και η πτώση των λαϊκών σινεμά της Αθήνας
Του Δημήτρη Ρηγοπουλου (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23/9/2007)
Καράτε - δύο έργα σεξ.
Φυσικός διάδοχος των λαϊκών σινεμά είναι οι κινηματογράφοι που παίζουν αποκλειστικά ταινίες σεξ. Από τον αριθμό 35 της δεκαετίας του ’80 σήμερα λειτουργούν μόλις πέντε. Όχι μικρός αριθμός αν σκεφθεί κανείς πόσο εύκολη είναι σήμερα η πρόσβαση στο συγκεκριμένο είδος παραγωγής. Ποιος μπορεί να έχει ανάγκη έναν κινηματογράφο σεξ; Τρεις κατηγορίες: οι μετανάστες, οι μεγαλύτερης ηλικίας άντρες και όσοι γκέι εξακολουθούν να έλκονται από την υπόσχεση μιας σύντομης σεξουαλικής συνεύρεσης σ’ ένα γοητευτικά παρακμιακό περιβάλλον.
Το «Σταρ» της οδού Αγίου Κωνσταντίνου είναι ο «βασιλιάς» στο είδος του. Κι αν δεν έπαιζε ταινίες σεξ θα ήταν μία από τις δημοφιλέστερες (και πιο γοητευτικές) αίθουσες του κέντρου. Σχεδιασμένο από τον εβραϊκής καταγωγής Ζακ Μωσέ, ξεκίνησε ως οικογενειακός κινηματογράφος με μία ενδιαφέρουσα αρ ντεκό πρόσοψη, αλλά η ραγδαία υποβάθμιση της Ομόνοιας στη δεκαετία του ’70 δεν άφηνε πολλά περιθώρια στους ιδιοκτήτες του. Η αρχή έγινε με καράτε, «καουμπόικα» και αισθησιακές ταινίες. Μαζί με το «Σταρ» επιβιώνουν άλλοι τέσσερις κινηματογράφοι του είδους.
Το «Αβέρωφ» στην οδό Λυκούργου είναι μία ιστορική αίθουσα, κατασκευασμένη στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Δύσκολο να το φανταστεί κανείς σήμερα, αλλά το «Αβέρωφ» στις καλές εποχές ήταν ένα μικρό «Αττικόν» με κομψά θεωρεία και περιποιημένους εξώστες. Η πελατεία του ήταν αποκλειστικά οικογένειες που έσπευδαν γνωρίζοντας την προτίμηση των ιδιοκτητών του για την ελληνική παραγωγή. Με τη δύση του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου άρχισε και η παρακμή του «Αβέρωφ».Το μεσοπολεμικό «Κοσμοπολίτ» στις παρυφές της Ομόνοιας έχει διατηρήσει τα γοητευτικά του αρχιτεκτονικά στοιχεία. Παραδόξως η κρίση της δεκαετίας του ’80 «γέννησε» δύο καινούργιες αίθουσες. Το «Αθηναϊκόν», πίσω από το Δημαρχείο της πλατείας Κοτζιά, επί της οδού Κρατίνου 11, κατασκευάστηκε «επί τούτου», για να προβάλλει αποκλειστικά ταινίες σεξ. Είναι ο μοναδικός κινηματογράφος που διαθέτει ζώνη προβολής ταινιών γκέι θεματικής, ενώ χρωστάει το όνομά του στο γειτονικό, ομώνυμο σινεμά της οδού Κλεισθένους που έπαψε να λειτουργεί εδώ και πολλά χρόνια. Το «Ορφέο» στην πλατεία Αττικής άνοιξε μόλις το 2003, εκεί που μόλις πριν από λίγα χρόνια λειτουργούσε βιοτεχνία. Είναι ο μόνος συνοικιακός κινηματογράφος στην κατηγορία του.

Ένας αιώνας ιστορίας
Το «Σιναμπάρ» της πλατείας Λαυρίου, ο πρώτος λαϊκός κινηματογράφος της Αθήνας, καταστράφηκε εξαιτίας πυρκαγιάς που ξέσπασε στην καμπίνα προβολής. Στη θέση του χτίστηκε το «Ματζέτστικ», από τα δημοφιλέστερα λαϊκά σινεμά της πιάτσας της Ομόνοιας.
Το «Ροζικλαίρ» της οδού Πατησίων (απέναντι από το «Μινιόν») ήταν το «Αττικόν» των λαϊκών κινηματογράφων: είχε ακριβότερο εισιτήριο από τον «ανταγωνισμό» και απέφευγε την προβολή ελληνικών παραγωγών.
Το «Ελλάς» (αργότερα «Νέον Ελλάς) στην αρχή της οδού Αθηνάς είχε αποκτήσει ιδιαίτερη φήμη καθώς ήταν δημοφιλές ανάμεσα στις πόρνες από τους γειτονικούς οίκους ανοχής της οδού Σωκράτους.
Η επιτομή του λαϊκού σινεμά ήταν το «Αθηναϊκόν» στις πλάτες του Δημαρχιακού Μεγάρου στην οδό Σωκράτους. Εφιάλτης για τους νοικοκυραίους της εποχής και τους γονείς «ανήσυχων» νέων, συγκέντρωνε της αφρόκρεμα του αθηναϊκού περιθωρίου. Στη διάρκεια της μεγάλης του ιστορίας, σημειώθηκαν πέντε φόνοι για ξεκαθάρισμα λογαριασμών και επτά μαχαιρώματα, συνήθως ανάμεσα σε προστάτες ιερόδουλων.
Η πελατεία των λαϊκών κινηματογράφων του κέντρου ήταν σχεδόν αποκλειστικά άντρες και εργαζόμενα παιδιά (κυρίως λουστράκια). Στις συνοικίες ο χαρακτήρας τους ήταν πιο οικογενειακός.
Οι πρώτες εμβόλιμες σκηνές σεξ (γι’ αυτό ονομάστηκαν και «τσόντες»), προβλήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’70, στην «Εύα», ένα λαϊκό σινεμά στην περιοχή του Αγίου Αρτεμίου, στο Παγκράτι. Όσα λαϊκά σινεμά επιβιώνουν μέχρι σήμερα παίζουν αποκλειστικά ταινίες σεξ. Από τους 35 κινηματογράφους σεξ της δεκαετίας του ’80 λειτουργούν σήμερα μόλις πέντε. Υπήρξε μία ειδική κατηγορία λαϊκών κινηματογράφων που στη μεταπολίτευση εξελίχθηκαν σε σινεφίλ αίθουσες και στη συνέχεια (όταν πέρασε η μόδα) σε κινηματογράφους σεξ. Το «Playboy» ακολούθησε αντίστροφη πορεία: μετονομάστηκε σε «Αλφαβίλ» και άλλαξε εντελώς προφίλ!

***

ΕΣΠΕΡΟΣ - ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Έκλεισε κι ο Έσπερος!
Γιατί, ούτε κι οι κινηματογράφοι θα γλιτώσουνε από την σαρωτική επέλαση των πολυεθνικών. Όμως ο Έσπερος, στην Αλεξάνδρου Σβώλου, κέντρο πόλης, υπήρξε για χρόνια από τους πιο ζεστούς, τους πιο αγαπημένους κινηματογράφους για πάρα πολλούς Θεσσαλονικείς – και όχι μόνο. Συνήθως, η τύχη των κινηματογράφων που κλείνουν είναι η μετατροπή τους σε – τι άλλο; - σούπερ μάρκετ. Ζήτω η Θεά Κατανάλωση! Για τον Έσπερο μαθαίνω ότι μάλλον για παρκινγκ προορίζεται. Πριν λοιπόν, να δω αυτή την… εξέλιξη, και για να συμβάλλω ή να δηλώσω, έστω μόνο, την ταπεινή μου, ελάχιστη και μάταιη αντίσταση σε όλο αυτό, δημοσιεύω ένα συμβάν του οποίου έτυχα μάρτυρας κάποιο μεσημεράκι και, ως συνήθως, η γραφτική μου μανία μ` έκανε να το καταγράψω. Ίσως και να ΄γινε επίτηδες. Για να μην ξεχάσουμε ότι κάποτε και για πολύ καιρό, ο τόπος αυτός, υπήρξε σημείο συγκέντρωσης, χαλάρωσης και διασκέδασης για τόσες ψυχές…Ανθρώπινες και όχι μόνο…

***

ΦΙΛΙΑΤΡΑ
Φωτεινή οθόνη
Η αίθουσα που χρησιμοποιήθηκε τότε ήταν ο κινηματογράφος ΑΣΤΕΡΙΑ ιδιοκτησίας Διονυσίου Χατζή, κάθε Τετάρτη στις 9 το βράδυ.
Είναι γνωστό ότι η δεκαετία του 70 χαρακτηρίζεται , μεταξύ των άλλων και από το κλείσιμο των περισσοτέρων κινηματογραφικών αιθουσών των μεγάλων αστικών κέντρων και την κυριολεκτική εξαφάνισή τους από την περιφέρεια. Οι λόγοι είναι γνωστοί.
Μέσα σ’ αυτό το παρακμιακό περιβάλλον ανέτειλε η Κινηματογραφική Λέσχη και με πρώτο θέμα για προβληματισμό, αν θα πρέπει τις προβολές να παρακολουθούν και οι μαθητές του τότε Γυμνασίου-Λυκείου το οποίο ξεπεράστηκε με απόφαση κατά πλειοψηφία
θετική για τους μαθητές. Λίγα χρόνια νωρίτερα τη δεκαετία του 60,ο σημερινός Υπεύθυνος της Κ.Λ., είχε αποβληθεί από το Γυμνάσιο, 5 ημέρες, γιατί συνελήφθη να παρακολουθεί την κινηματογραφική προβολή κάποιου αμερικάνικου γουέστερν.
Φθινόπωρο. Τετάρτη 9 το βράδυ. Τελειώνει η προβολή 7 με 9 του κινηματογράφου.
Ταινία: Καράτε ή Πορνό. Θεατές ελάχιστοι, όλοι άνδρες, φεύγουν γρήγορα – γρήγορα. Ο Νιόνιος ανάβει τη σόμπα πετρελαίου στην τεράστια αίθουσα του παλιού κινηματογράφου. Οί πρώτοι δεν είχαν ανάγκη θέρμανσης. Αυτοί που έρχονται τώρα είναι ευαίσθητοι αλλά είναι και πολλές γυναίκες! Τα φώτα σβήνουν. Πρώτη προβολή η ταινία « LA STRADA»και το ταξίδι αρχίζει!
Δύο χρόνια μετά.
Η οθόνη των ΑΣΤΕΡΙΩΝ σβήνει, σβήνει για πάντα και ο παλιός κινηματογράφος μετά από διάφορες περιπέτειες ως προς την χρήση του γίνεται σήμερα σούπερ μάρκετ.
Αμέσως όμως «καπάκι» μια άλλη οθόνη ανάβει. Η οθόνη του ΦΟΥΡΝΑΡΑΚΕΙΟΥ Π. Κ. της πόλης μας. Τούτη η πόλη δεν ανέχεται να μη έχει μια φωτεινή οθόνη.
Από την δεκαετία του 30 όπου εμφανίζεται ο κινηματογράφος στα Φιλιατρά, υπάρχει πάντα φωτεινή οθόνη.

***

ΚΑΡΥΣΤΟΣ
Θρίλλερ
Καλοκαίρι 1970. Είμαι 10 χρονών, με κοντά μαλλιά, για πρώτη και τελευταία φορά από τα 5 μου χρόνια (την επόμενη φορά που θα τα κόψω θα είμαι 15 και θα τα κρατήσω κοντοκουρεμένα για 25 χρόνια!). Κατά τα ειωθότα, Ιούλιος με τους γονείς σε κάποιο κυκλαδονήσι και Αύγουστος στο μέρος που νοικιάζουν οι παππούδες. Το καλοκαίρι του ’70 οι παππούδες ήταν στην Κάρυστο, στην Εύβοια. Το καλό του να έχεις παππούδες Αθηναίους, ήταν το ότι απολάμβανες διακοπές σε διαφορετικά «χωριά» κάθε χρόνο. Σχετικά κοντά στην Αθήνα και πάντα προσβάσιμα με αυτοκίνητο, απαίτηση και φροντίδα του παππού, ώστε να μην εξαρτάται από δρομολόγια καραβιών, αν τυχόν συνέβαινε κάτι σε κάποιο από τα 4 εγγόνια και έπρεπε να το διαμετακομίσει στην Αθήνα. Η μεγαλύτερη όλων (των εγγονιών) εγώ, με τη Λένα δεύτερη στα 8 της χρόνια και Μάνο με Χριστίνα 4 και 3 αντίστοιχα. Η γιαγιά ασχολείται κυρίως με τα μικρά, αφήνοντας εμάς τις «μεγάλες» στη χαλαρή επίβλεψη του παππού. Το σπίτι, όπως πάντα, μεγάλο για να μας χωράει όλους τα Σαββατοκύριακα που έρχονταν και οι γονείς, πάνω στη θάλασσα, την οποία απολαμβάναμε πρωί και απόγευμα ανελλιπώς. Γύρω απ’ το σπίτι, τεράστιος κήπος με δέντρα, που μαζεύουν την παλιοπαρέα την καλοκαιρινή. Η γιαγιά το υπομένει για να μπορεί να μας επιβλέπει. Προκειμένου να μας κυνηγάει στις ρούγες, ανέχεται τη βαβούρα 15 περίπου παιδιών. Στο διπλανό συγκρότημα διαμερισμάτων μένουν κάποια παιδιά, αγόρια και κορίτσια, γύρω στα 12-13. Με κάνουν παρέα και –ελέω εμού- δέχονται και τη Λένα. Τους θαυμάζω απεριόριστα, είναι «μεγάλοι» που μου δίνουν σημασία και με παίζουν ισότιμα. Το καλύτερο όλων? Ξέρουν εκπληκτικές τρομακτικές ιστορίες!!! Τα βράδια λοιπόν, σε μιαν άκρη του κήπου, ο παππούς μας ανάβει φωτιά κι εμείς καθόμαστε γύρω-γύρω και διηγούμαστε με τη σειρά τρομακτικές ιστορίες. Με κάποιες φοβάμαι αρκετά, αλλά προτιμώ να πεθάνω από φόβο παρά να το δείξω ή να φύγω. Μετά, όταν τα παιδιά φεύγουν, ο κήπος μου φαίνεται γεμάτος σκιές και το σπίτι περίεργους θορύβους. Συνήθως κουκουλώνομαι με το σεντόνι και με παίρνει ο ύπνος έτσι. Το λαμπερό φως της μέρας διαλύει τις σκιές, ο νυχτερινός φόβος γίνεται ξεχασμένο παρελθόν και το βράδυ είμαι πάλι έτοιμη και διψασμένη για νέα φρίκη!!! Βράδυ παρά βράδυ, που άλλαζε η ταινία, πηγαίναμε σινεμά. Το θερινό σινεμά της Καρύστου ήταν στο τέλος του χωριού, μετά το νεκροταφείο. Το περιέβαλε μια χαμηλή ασβεστωμένη μάντρα, που ένας ψηλός ενήλικας έβλεπε άνετα μέσα αν στεκόταν όρθιος στο πλάι της. Μέσα, ένα οικόπεδο στρωμένο με ψιλό χαλικάκι, πάνινες καρέκλες, παρτέρια με γιασεμιά στη μια πλευρά, το υποτυπώδες μπαρ του σινεμά στην άλλη. Και η μαρίδα να παρακολουθεί κωμωδίες. Εννοείται πως όλα τα έργα που έπαιζε ήταν κατάλληλα, μια και τα παιδιά αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του φιλοθεάμονος κοινού. Εκείνο το βράδυ ήταν βράδυ σινεμά. Ετοιμαστήκαμε, οι καλές σου, και περιμέναμε την παλιοπαρέα να περάσει να μας πάρει. Μέχρι που έρχεται η γιαγιά από έξω και μας λέει: «Μην ετοιμάζεστε για σινεμά, απόψε, η ταινία είναι ακατάλληλη». Κεραυνοβοληθήκαμε!!! Ακατάλληλη ταινία στο σινεμά ΜΑΣ; Ήταν ποτέ δυνατόν; Ώσπου να το χωνέψουμε νάσου και οι υπόλοιποι, κουνιστοί και λυγιστοί, έτοιμοι για κινηματογράφο. Τους λέμε τα καθέκαστα και βάζουν τα γέλια. «Σιγά μην είναι ακατάλληλη» λέει ο Πέτρος. «Τον Δράκουλα παίζει, θα έχει πλάκα». Έξαλλη πάω μέσα στη γιαγιά να ζητήσω λογαριασμό. Αμετάπειστη μου δηλώνει πως η ταινία είναι Κ-13 (μπορούσαν, δηλαδή, να τη δουν παιδιά που ήταν από 13 χρονών κι επάνω), πως η ξαδέλφη μου κι εγώ απείχαμε πολύ από το όριο και πως δεν έχει καμιά όρεξη να τρομοκρατηθούμε και να μην κοιμόμαστε τη νύχτα. Όσο κι αν γκρινιάξαμε, όσο κι αν κλάψαμε δεν είδαμε αποτέλεσμα. Οι άλλοι έφυγαν για το σινεμά κι εμείς βουλιάξαμε στην απελπισία μας. Ευτυχώς, όχι για πολύ. Μου ήρθε ιδέα σατανική! Αρπάζω τη Λένα από το χέρι, πετάω ένα «πάμε παραδίπλα στην Τόνια να παίξουμε» στη γιαγιά, και φεύγουμε τρέχοντας. Περάσαμε και πήραμε και την Τόνια (όταν χρησιμοποιείς κάποιον για άλλοθι πρέπει να το κάνεις σωστά) και πήγαμε –φυσικά- στο σινεμά. Το έργο είχε ήδη αρχίσει, λεφτά να μπούμε δεν είχαμε (όχι ότι θα το τολμούσαμε βέβαια, αφού η ταινία ήταν Κ-13) και κάτι καφάσια από λεμονίτες έξω από το σινεμά έδωσαν τη λύση: στήθηκαν κολλητά στον τοίχο, σκαρφαλώσαμε πάνω του, και τρία κοριτσίστικα κεφαλάκια πρόβαλαν πάνω από το μαντρότοιχο. Βλέπαμε καταπληκτικά! Η Λένα με την Τόνια φοβήθηκαν νωρίς και εγκατέλειψαν το θέαμα. Κάθισαν στα καφάσια τους και κουβέντιαζαν σαν τις γριές στις αυλές. Εγώ παρακολουθούσα μαγεμένη. Ο Christopher Lee, ωραιότερος δράκουλας όλων των εποχών σ’ εκείνη την cult παραγωγή της Hammer, πιο γοητευτικός από τον Béla Lugosi και πιο χολυγουντιανός από τον Max Schreck της βουβής ταινίας του Murnau. Σχεδόν λυπήθηκα που τον εξόντωσε ο Van Helsing…Με το που τέλειωσε η ταινία, βάζουμε φτερά στα πόδια και οι τρεις για να γυρίσουμε σπίτια μας. Περνώντας έξω από το νεκροταφείο και επηρεασμένες από το έργο, κυρίως εγώ, αρχίζουμε και λέμε διάφορες αηδίες για νεκροζώντανους που σηκώνονται τις νύχτες από τους τάφους τους διψώντας για αίμα ζωντανών και άλλα τέτοια ανατριχιαστικά. Πριν καλά-καλά αποσώσω τα λόγια μου, ανοίγει η πόρτα ενός οικογενειακού τάφου (από αυτούς που μιλάνε για τη ματαιοδοξία των ζωντανών και είναι σαν μικρά σπιτάκια) και βγαίνει από μέσα ένας τύπος με μια αναμμένη λάμπα θυέλλης στο χέρι. Δεν γνωρίζω να σας πω αν ήταν τυμβωρύχος, ή νεκροθάφτης ή συγγενής των εκλιπόντων που είχε πάει να ανάψει το καντήλι τους. Εκείνο για το οποίο μπορώ να σας βεβαιώσω είναι πως φτάσαμε σπίτι μας σε χρόνο μηδέν, ουρλιάζοντας σε όλη τη διαδρομή. Το βράδυ η γιαγιά, η Λένα κι εγώ κοιμηθήκαμε στο ίδιο κρεβάτι, εξοστρακίζοντας τον παππού σε ένα από τα δικά μας. Την επόμενη εβδομάδα δεν πήγαμε ούτε μία φορά σινεμά. Ήταν η τιμωρία μας.

***

ΑΥΛΩΝΑΡΙ
Χωρίς διάλειμμα
Αυλωνάρι, καλοκαίρι του εξήντα οκτώ. Το δημοτικό σχολείο έχει πια τελειώσει. Μαζεύω δυνάμεις για το γυμνάσιο. Η παρέα πάντοτε η ίδια. Ο Τάκης, ο Λάκης, ο Βασίλης, ο Τάσος, ο Ποστόλης. Ποδόσφαιρο, βόλτα στο καρόδρομο, ρεφενέ τσιγάρο τα βράδια στη γέφυρα. Πλατεία Γιαννίκου, καφενείο Χαρούμενου, δηλωτή, πλακωτό, πόρτες, τα πρώτα μαθήματα στη πρέφα. Φαίνεται μεγάλωσα. Ο Χαρούμενος δεν με διώχνει πια από τις καρέκλες του καφενείου. Μεγαλύτερη προσέγγιση με τις συμμαθήτριες. Η Δέσποινα, η Κική, η Αγγελίνα, η Πόπη, η Επιστήμη. Καλοκαίρι του εξήντα οκτώ. Τα μεσημέρια, που οι μεγάλοι κοιμούνται, εγώ τη σκάω από το σπίτι. Τζούκ Μποξ στου Μπαρμπέρη, Μπιθηκώτσης, Καζατζίδης, Μαρινέλα. Αλλά και Μικρός Ήρωας, Μικυ Μάους, Μάσκα, Διάπλαση των παίδων. Εφημερίδα «το Βήμα», ο παππούς στο σπίτι, «Αθλητική Ηχώ» ο αδελφός, λαθρανάγνωστης στο εφιμεριδοπωλείο του Σούλη εγώ και η παρέα μου. Ο Παναθηναικός, η ΑΕΚ, ο Δομάζος, ο Σιδέρης, ο Παπαϊωάννου. Και το βράδυ θερινό σινεμά στην αυλή του Τουλόγιαννη. Ο Βέγγος, ο Χατζηχρήστος, η Βουγιουκλάκη. Χαρά, γέλια, συγκίνηση. Τα πρώτα σίγουρα σκιρτήματα της καρδιάς. Και τα πρωϊνά πάλι μάθημα με τον παππού. «Αναγνωστικό αρχαίων Ελληνικών κειμένων», του Ζούκη. «Αγάπα τω φίλω. Ο φίλος τω φίλω εν πόνοις και κινδύνοις ου λείπει». Καλοκαίρι του εξήντα οκτώ. Ποτάμι, θάλασσα, σπιθάρι του Μπίτση, Λαμπίρο. Βουνό, θυμάρι, αγιόκλημα, γιασεμί στις γειτονιές. Ο ήλιος καίει, τα δέντρα ρίχνουν τον ίσκιο τους και τη δροσιά τους κι εγω γυρεύω να χορτάσω τις μέρες που φεύγουν. Σήμερα έμαθα να ισορροπώ σε κείνο το παλιό, ψηλό ποδήλατο του Λάκη και δεν θέλω να κατέβω από τη σέλα του. Τώρα κατάλαβα τη δύναμη και τη σιγουριά που αντλεί ο μοτοσυκλετιστής του γύρου του θανάτου στο παζάρι. Τον Ιούλη γέννησε και η Τζουτζούχα. Έκανε τρία όμορφα τιγρέ γατάκια, με μαύρα βελούδινα μάτια, έτοιμα να σου μιλήσουν. Τα έκρυψε κάτω από την τσιμεντένια σκάλα. Κάθε μέρα τους πηγαίνω γάλα σε ένα πήλινο κεσεδάκι και τους έστρωσα μια παλιά κουρελού, να αισθάνονται καλύτερα. Η ζωή μου σαν ταινία στο γρήγορο. Να τα προφτάσω όλα τούτο το καλοκαίρι. Σαν να μην έρθει ξανά καλοκαίρι στη ζωή μου. Μια ταινία χωρίς διάλειμμα στη μέση, χωρίς να ανάβουν τα φώτα, χωρίς διαφημίσεις και τα έργα τα «προσεχώς», αλλά με ένα καθαρό φεγγάρι, ολοστρόγγυλο, να φωτίζει τη καρδιά και τα όνειρά μου

***

ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ
40 κινηματογράφοι
Του Νίκου Θεοδοσίου
Υπήρξε μια εποχή, όχι και πολύ μακρινή, που το Περιστέρι αριθμούσε 40 κινηματογράφους. Κάθε γειτονιά κι από έναν. Χάθηκαν όλοι, εκτός από το Φοίβο. Προσπαθήσαμε να συγκεντρώσουμε έστω τα ονόματά τους.
(Ο κατάλογος που ακολουθεί τυπώθηκε για πρώτη φορά στο φυλλάδιο της έκθεσης φωτογραφίας του Νίκου Θεοδοσίου με τον τίτλο "Σινεμά Νοσταλγία που παρουσιάστηκε στην Α' Παιδική Χαρά το Νοέμβριο του 1993. Καταγράφονται 40 κινηματογράφοι που λειτουργούσαν παλιά στο Περιστέρι αλλά είναι σίγουρο ότι ο κατάλογος δεν είναι πλήρης).
1. ΑΡΙΣΤΟΝ (Θ), Θηβών και Μπιζανίου
2. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ (Θ), Σαρανταπόρου (έναντι ΙΚΑ)
3. ΑΛΟΜΑ, (αργότερα ROLLERBALL και πιο μετά μπαρ)
4. ΑΛΙΚΗ, Κένεντυ και Διστόμου
5. ΑΡΜΟΔΙΟΝ (Θ) Λευκωσίας (Αγ. Ιωάννης Θεολόγος)
6. ΑΡΗΣ (Θ), Κένεντυ (Λόφος Αξιωματικών)
7. ΑΡΗΣ, Κένεντυ
8. ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ Κένεντυ
9. ΑΠΟΛΛΩΝ (το θρυλικό Ψιράκι)
10. ΑΣΤΡΑ, Φλέμινγκ και Τσαλδάρη-Στάση Αστυνομία
11. ΑΝΘΟΥΠΟΛΗ, Θηβών
12. ΑΣΤΡΟΝ, στο Μπουρνάζι
13. ΑΝΝΙΤΑ Λεωφόρος Κύπρου
14. ΑΥΡΑ(Θ) Ιωαννίνων (Πλατεία Δέγλερη)
15. ΑΒΑ Σωκράτους και Ζήνωνος
16. ΑΤΤΙΚΟΝ Εθνικής Αντιστάσεως
17. ΑΝΕΜΩΝΗ (Θ) Ελευθερίου Βενιζέλου
18. ΑΘΗΝΑ (Θ) Καβάλας και Δωρίου
19. ΑΚΡΟΠΟΛ (Θ) Αγίου Ιερόθεου και Ευγενών-νυν ΚΟΣΜΙΚΗ ΑΥΛΗ
20. ΒΙΟΛΕΤΤΑ Βελεστίνου και Γιαννιτσών-νυν ΦΑΡΟΣ
21. ΓΙΑΣΜΙΝ Αγίου Ιερόθεου και Ευγενών-νυν ΚΟΣΜΙΚΗ ΑΥΛΗ
22. ΕΦΗ Εκατόδεντρα
23. ΕΦΗ Βασιλικών 6 (Κηπούπολη)-νυν Δημοτικό Θέατρο
24. ΕΛΕΝΑ, Παναγή Τσαλδάρη
25. ΚΥΠΡΟΣ, Παναγή Τσαλδάρη
26. ΛΙΤΣΑ (Θ) Παναγή Τσαλδάρη-Άγιος Αντώνιος
27. ΝΤΙΑΝΑ, Ανθούπολη-αργότερα κέντρο ΠΑΡΕΑ
28. ΟΡΦΕΑΣ (και θέατρο επιθεώρησης) 25ης Μαρτίου και Παρασκευοπούλου
29. ΟΡΣΑΛΙΑ, Νεοκλέους - Γήπεδο Ατρόμητου
30. ΟΛΥΜΠΙΟΝ, Ραβίνε-νυν Σούπερ Μάρκετ
31. ΟΠΤΑΣΙΑ, Καραθοδωρή-πίσω από το Δημαρχείο
32. ΡΕΞ (Θ) Πελασγίας και Παρθενίου
33. ΡΙΒΙΕΡΑ, Παναγή Τσαλδάρη
34. ΡΟΔΟΝ, Αδμητού και Ευτυχίας
35. ΡΟΖΑ (Θ), Πελασγίας
36. ΡΙΤΑ, Μπουρνάζι
37. ΣΕΒΙΛΛΗ, Θηβών και Αμφιπόλεως
38. ΤΟ ΡΕΚΟΡ, Θερινό Θέατρο- Πλάτωνος
39. ΦΟΙΒΟΣ (Θ), Ρούζβελτ
40. ΦΟΙΒΟΣ, Εθνικής Αντιστάσεως

***

ΚΥΨΕΛΑΚΙ
Νοσταλγία
Θυμάμαι με την ίδια νοσταλγία τον κινηματογράφο Κυψελάκι στην Κυψέλη, που αργότερα έγινε αν θυμάμαι καλά -έχω φύγει και μερικά χρόνια από την Αθήνα- έγινε σουπερ μάρκετ (?)..Στον κινηματογράφο αυτό πρωτοέκανα την πρώτη σοβαρή μου κοπάνα, σκάζοντάς το από το φροντιστήριο των Αγγλικών, που μάλιστα ήταν και λίγο πιο πέρα.

***

ΠΑΛΑΣ ΠΑΓΚΡΑΤΙ
Μουσείο
Το Παλλάς λοιπόν είναι γραφικό, νοσταλγικό, και μεγαλοπρεπές. Όλα αυτά μαζί. Η οθόνη του είναι τεραστίων διαστάσεων. Έχει ακόμα τις παλιές καρέκλες, αυτές με το κόκκινο βελούδο (αν λέγεται βελούδο τώρα). Δεξιά και αριστερά έχει θεωρεία, στο πίσω μέρος της αίθουσας έχει άλλο μεγάλο θεωρείο και νομίζω ότι έχει και εξώστη. Πίσω από το μεγάλο θεωρείο, έχει μια πόρτα που σε οδηγεί στο μπαρ και στο καπνιστήριο. Η διακόσμηση είναι λιτή, το μπαρ δεν έχει μεγάλη ποικιλία. Έχει έναν συμπαθέστατο κύριο μεγάλης ηλικίας που εξυπηρετεί τον κόσμο. Οι τιμές και εδώ πολύ χαμηλές. Αν εξαιρέσει κανείς, τις άβολες καρέκλες (συνήθισε ο κώλος μας στις τεράστιες πολυθρόνες), το κρύο που έχει η αίθουσα, και την περίεργη μυρωδιά που έχουν τα παλιά κτήρια (μεταξύ μούχλας και παλιού), το Παλλάς είναι μουσείο! Ελπίζω κάποιος από τους αρμόδιους να δώσει προσοχή στο Παλλάς και να ξαναβρεί την χαμένη του αίγλη.

***

ΚΟΛΩΝΟΣ
Αγιόκλημα στην ψυχή
Θυμόταν το σπίτι, όταν ερχόταν στους παππούδες τα καλοκαίρια. Μεγάλο, δίπατο, με κήπο και αυλή. Κι απέναντι απ’ το σπίτι οι δίδυμοι κινηματογράφοι ΑΡΜΟΝΙΑ και ΑΣΤΟΡΙΑ, πρώτης προβολής με δύο έργα έκαστος την εβδομάδα. Και πιο κάτω το ΑΚΡΟΝ, θερινός αυτός, με πάνινες πολυθρόνες και χαλίκι και αγιόκλημα. Να μπαίνει το χαλίκι στα πεδιλάκια και η μυρωδιά απ’ το αγιόκλημα στην ψυχή.
Σταμάτησε το ταξί στο Λόφο του Κολωνού. Θα συνέχιζε με τα πόδια. Ανέβηκε στο Λόφο για ένα γρήγορο «προσκύνημα». Το καφενείο που καθόταν ο παππούς, όταν την πήγαινε να παίξει, εκείνο με τα σιδερένια τραπεζάκια και τις ξύλινες άβολες καρέκλες, είχε γίνει, πια, καφετέρια πολυτελείας. Ολόκληρος ο Λόφος είχε αναμορφωθεί. Τέλος η άναρχη βλάστηση, τώρα υπήρχαν παρτέρια σχεδιασμένα από αρχιτέκτονα κήπων.

***

ΠΕΙΡΑΙΑΣ
Νυφοπάζαρο
Στα 1930, εκεί που είναι σήμερα το σούπερ μάρκετ του Μαρινόπουλου ήταν ο κινηματογράφος " Σαλόν Ιντεάλ". Όμως ο ιδιοκτήτης του σκοτώθηκε στον πόλεμο του 1940, και έτσι έκλεισε. Το 1937 έγινε και ο κινηματογράφος «Καλιφόρνια». Από την ταράτσα του έπεσε κάποιος για να αυτοκτονήσει αλλά γλίτωσε με μικρά τραύματα, κι ένα σπάσιμο στο πόδι. Μεταπολεμικά στη γωνία Λακωνίας και Παλαμηδίου δημιουργήθηκε ο θερινός κινηματογράφος "ΚΡΟΝΙΟΝ".
Κατά μήκος της Παλαμηδίου γινόταν νυφοπάζαρο, δηλαδή εκεί έκαναν περίπατο αγόρια και κορίτσια και ήταν συνηθισμένες οι ματιές του έρωτα.
Η περιοχή είχε τη δική της γραφική ζωή, είχε την εικόνα της όμορφης γραφικής γειτονιάς.
Μεταπολεμικά δημιουργήθηκε και η πασίγνωστη ταβέρνα του "Βασίλαινα" επί της οδού Αιτωλικού και Ροδόπης από την οποία τόσοι και τόσοι διάσημοι πέρασαν. Μεταξύ αυτών πολλοί ξένοι διάσημοι ηθοποιοί όπως ο Ταϋρον Πάουερ, τους οποίους οι πιτσιρικάδες της περιοχής έσπευδαν να παρακολουθήσουν από τα τζάμια.

***

ΠΑΛ. ΦΑΛΗΡΟ
Απουσίες στον κινηματογράφο
Ο συρμός σχεδόν άδειος. Περίπου όπως και το πρωί. Το πρωί είχε και μερικούς συνταξιούχους. Τυχαία να τους είχα γυρίσει την πλάτη; Πάντως τους πιτσιρικάδες τους πρωινούς δεν τους είδα. Σκασιαρχεία γίνονται πρωινές ώρες. Αν κι εγώ θυμάμαι να κάνουμε σκασιαρχείο και νωρίς το απόγευμα, όταν ήμασταν απογευματινοί βέβαια. Τότε λειτουργούσε ο κινηματογράφος Απόλλων στην περιοχή. Ήταν αρκετές οι φορές που ο απουσιολόγος έπαιρνε εκεί, μέσα στον κινηματογράφο, απουσίες. Και εκεί όμως, μόνον μια φορά είχε τύχει να πάω με κοπάνα. Η οικονομική ανέχεια ήταν περισσότερο από προφανής.
Διαδρομή με ήλιο. Η λεωφόρος δίπλα μου, σ’ αυτό το κομμάτι, ελεύθερη. Η κυρία του διπλανού καθίσματος ψάχνει τηλεφωνικώς για τα ένσημά της κι εγώ για τις εικόνες που έβλεπα σαν επιβάτης του λεωφορείου της γραμμής Πειραιάς- Ν. Σμύρνη. Η απόσταση μέχρι την Θησέως αγνώριστη. Τι έγινε η ψυχιατρική κλινική του Μαρκομιχελάκη;
Ο ιππόδρομος. Ό,τι απέμεινε. Εδώ θα γίνει η Λυρική και η Εθνική Βιβλιοθήκη. Ανακοινώθηκε πρόσφατα με τυμπανοκρουσίες η σχετική συμφωνία. Οι αντίθετες φωνές, “πνίγηκαν”. Ως συνήθως.
Media Markt, Village World Faliro. Η νέα εικόνα της περιοχής. Φυσικά επάνω σε επιχωματώσεις. Ψάχνω απέναντι, για το Ζαν Μαρί. Παλιός θερινός κινηματογράφος. Δεν υπάρχει πια. Χάθηκε, μαζί με τη νιότη μας.

***

cine ΟΡΦΕΥΣ - ΑΡΤΑ
«Ξέρω τι έκανες πέρσι το καλοκαίρι»
Του Vlageo
Γιασεμιά που ευωδιάζουν, ασπρόμαυρες ταινίες κάτω από τον έναστρο ουρανό, τραπεζάκια έξω καρέκλες με πάνινα καθίσματα και πορτοκαλάδα με καλαμάκι, πιτσιρίκια αδέκαρα σκαρφαλωμένα στους ασβεστωμένους τοίχους. Φράσεις-κλισέ που σίγουρα θα έχετε ακούσει όταν κάποιος αναφέρεται με αναπόληση στους θερινούς κινηματογράφους. Καταστάσεις που οι περισσότεροι, χωρίς να τις έχουν ζήσει, μοιάζουν να τις βιώνουν ξανά -ένα περίεργο deja vu- μόλις επισκέπτονται κάποιο θερινό κινηματογράφο. Ο θερινός-υπαίθριος κινηματογράφος ήταν τόπος ψυχαγωγίας, πολιτισμού, συνάντησης και γνωριμιών. Υπήρξε εποχικός τύπος κινηματογράφου -για να καταντήσει προϊόν και «είδος» που απειλείται με εξαφάνιση στις μέρες μας- που έκανε πρεμιέρα κάθε χρόνο, κοντά στο καλοκαίρι. Στην δική μας περίπτωση, ο θερινός δημοτικός κινηματογράφος «Ορφέας», μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα από τη στιγμή της δημιουργίας του, κατόρθωσε να αναφερόμαστε σε αυτόν σε παρελθόντα χρόνο. Ένας θερινός κινηματογράφος, που αν και δεν έχει «κλείσει» ακόμα την πρώτη δεκαετία της ζωής του, τα έχει δει όλα: ακμή και παρακμή, «φώτα» και εγκατάλειψη. Σήμερα, ο «Ορφέας» -αν και εκτός λειτουργίας- παραμένει στην επικαιρότητα, καθώς αρκετοί αναμένουν κάθε χρόνο ότι θα δουν προβολές λουσμένες στο φως του φεγγαριού. Το καλοκαίρι που μας πέρασε επαναλειτούργησε ως χώρος, φιλοξενώντας κάποιες εκδηλώσεις αλλά, δυστυχώς, όχι για το λόγο για τον οποίο κατασκευάστηκε. Από την άλλη πλευρά, η προκήρυξη εποχικών θέσεων εργασίας θα μπορούσε να είναι μια λύση του προβλήματος, όπως επίσης, και η ενοικίαση του κινηματογράφου σε κάθε ενδιαφερόμενο που θα ήθελε να αναλάβει τη διαχείρισή του. Αν όμως πάλι, η επαναλειτουργία του «Ορφέα» φαντάζει όνειρο θερινής νυκτός, ο καθαρισμός του περιβάλλοντα χώρου κρίνεται επιβεβλημένος, ώστε να εξαλειφθεί η εικόνα της ερήμωσης, αφού η χλωρίδα της περιοχής είναι επαρκής, για να καλύψει τις ανάγκες μαθητικού φυτολόγιου. Οι θερινοί κινηματογράφοι σε όλη την Ελλάδα φαίνεται ότι θα ξεπεράσουν την κρίση στην οποία έχουν περιέλθει, κάτι που αποδεικνύεται τόσο από την επαναλειτουργία κάποιων ιστορικών σινεμά όσο και από το ενδιαφέρον που έχει εκδηλώσει μεγάλη αλυσίδα πολυκινηματογράφων, που εδώ και μερικά χρόνια, κατανοώντας το οικονομικό όφελος, δραστηριοποιείται και στο συγκεκριμένο τύπο κινηματογράφων. Ίσως και ο «Ορφέας» με τη σειρά του καταφέρει να κάνει τη μεγάλη επιστροφή και όλη αυτή η ιστορία, τελικά, αποδειχθεί μόνο μία άτυχη «σκηνή» ενός, όμως, καλού σεναρίου. Όλοι ξέρουμε ότι ο «Ορφεύς» πέρσι το καλοκαίρι παρέμεινε κλειστός. Φέτος όμως; Θα το μάθουμε… προσεχώς!

***

ΠΕΥΚΗ
Υπέροχες νύχτες
Πρέπει να αναφερθεί και ο αείμνηστος Αλέξανδρος Kωνσταντόπουλος, το καφενείο στην 13η στάση το 1951 ήταν μέρος συνάντησης και συζητήσεων. Αργότερα το νοίκιασε η Αικατερίνη Τρυπιά, που δημιούργησε κέντρο με ορχήστρα και ειδικότερα στις εορτές του Πολιούχου της Πόλης μας, τα σουβλιστά αρνιά δεν προλάβαιναν να βγαίνουν από τη σούβλα. Βέβαια η Πεύκη είχε και τους θερινούς κινηματογράφους, το ΑΚΡΟΠΟΛ του Ε. Νησιώτη και το ΑΖΑΛΕΑ του Κ. Κυζιρίδη που προσέφεραν υπέροχες νύκτες στους λάτρεις των καλών ταινιών. Τα πρώτα ξενοδοχεία της Πεύκης ήταν το πανέμορφιο "Villar's" που χτίσθηκε στην 10ετία του 1950 με σχέδιο του Πευκιώτη μηχανικού Χάρη Βαρδαξόγλου, και το "CYBELLE" Το "Villar's", κατεδαφίσθηκε το έτος 1986 και το CYBELLE έχει μετατραπει σήμερα σε οίκο ευγηρίας.

***

ΒΟΛΟΣ
Συναντήσεις στους νέους χώρους
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 λειτούργησαν και οι δυο θερινοί κινηματογράφοι «Παλλάς» και «Ολύμπιον». Οι αντίστοιχοι χειμερινοί λειτουργούσαν ο ένας δίπλα από το Καφενείο «Ομόνοια», που σήμερα έχει ενοικιασθεί και λειτουργεί ως Σούπερ Μάρκετ και ο άλλος στο Τσαρστή Τζαμί, το οποίο κατεδαφίστηκε και κτίσθηκε στη θέση του το σημερινό «Σούπερ Μάρκετ 5' Μαρινόπουλος». Τη δεκαετία του 1960, κτίσθηκε και τρίτος χειμερινός κινηματογράφος, απέναντι από την Εθνική Τράπεζα. Σήμερα, έχει μετατραπεί και αυτός σε καφετέρια και καταστήματα. Λίγο αργότερα κυρίως τη δεκαετία του 1970, λειτούργησε και τέταρτος χειμερινός κινηματογράφος, το οίκημα του οποίου πολύ γρήγορα ακολούθησε την τύχη των άλλων κινηματογράφων.
Η εμφάνιση της τηλεόρασης και η ευρεία χρήση της από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, άρχισε σιγά - σιγά να αλλάζει τον τρόπο ζωής. Ο κόσμος άρχισε να κλείνεται στα σπίτια και μόνο ο στρατός έδινε πλέον μια ανάσα ζωής στην πόλη. Οι κινηματογράφοι έκλειναν, λειτουργούσαν οι πρώτες καφετέριες και ο παραδοσιακός περίπατος στον κεντρικό δρόμο της πόλης άρχισε να φθίνει και μην προκαλεί το ενδιαφέρον, της νεολαίας, αφού οι συναντήσεις πραγματοποιούνταν στους νέους χώρους, που ήταν πλέον οι καφετέριες. Η λαϊκή αγορά τελούνταν στην αρχή κάθε Σάββατο και διαρκούσε μέχρι το βράδυ. Όπως ήταν λογικό, ο κόσμος διασκέδαζε μόνο την Κυριακή το βράδυ. Ο περίπατος το απόγευμα της Κυριακής στο δρόμο προς το Σιδηροδρομικό σταθμό και το βράδυ στην οδό Ελευθερίου Βενιζέλου και την κεντρική πλατεία, έδινε μια διαφορετική νότα και μια άλλη ζωντάνια στην πόλη.

***

ΜΥΤΙΛΗΝΙΟΙ, ΣΑΜΟΣ
Εκ τούτου πολιτισμός, τότε ο θερινός κινηματογράφος είναι κομμάτι του λαϊκού μας πολιτισμού»… Έτσι προλογίζουν οι υπεύθυνοι του θαύματος που θα βιώνουν από κοντά όλο το υπόλοιπο καλοκαίρι και ελπίζουμε και το χειμώνα, οι Μυτιληνιοί και οι επισκέπτες τους, στον θερινό κινηματογράφο που φτιάχτηκε και λειτουργεί στην αυλή του «Αρχοντικού Γεωργιάδη». Του παλιού αρχοντικού -ενδεικτικού της φυσιογνωμίας ολόκληρης της Μυτιλήνης στις αρχές του 20ου αιώνα- που από πέρυσι με τη φροντίδα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης και χάρη σε λίγους λειτουργεί, πηγαίνοντας κόντρα στη «βάναυση» επίδραση του «σύγχρονου» σε καθετί, ακόμα και στη διασκέδασή μας.
Μία παρέα ανθρώπων της τέχνης, του πολιτισμού, του αληθινά ωραίου, πίνοντας ούζο σε κάποιο καφενεδάκι, νοστάλγησαν ακριβώς τις στιγμές που βίωναν μαζί με εκατοντάδες Μυτιληνιούς στο παρελθόν, στην υπαίθρια κινηματογραφική αίθουσα του πρόσφατα γκρεμισμένου «Παρκ» ή πιο παλιά στη «Σαπφώ», στο «Παλλάς», στη «Δροσιά», στον «Ορφέα», και τα «έβαλαν» με αυτό που προαναφέραμε παραπάνω. Με το «σύγχρονο», που ριζώνει εδώ και δεκαετίες μέσα μας και μας αλλάζει συνήθειες, αξίες ακόμα και... στέκια. Μπορεί να τα έβαλαν μαζί του και γιατί πιθανόν να αλλάζει και την κουλτούρα μας (σ.σ.: δεν το λένε, αλλά το εννοούν με τον τρόπο τους), ίσως και την αισθητική μας. Ένας από αυτούς, ο Γιάννης Τσαμπάνης, που θέλησε να πάει ένα βήμα παρακάτω την προσπάθεια που ξεκίνησε από πέρυσι ο Δημήτρης Δεμερτζής, ο οποίος μπήκε μπροστάρης στην επαναλειτουργία του αρχοντικού «Γεωργιάδη». Μαζί λοιπόν με τον Δημήτρη Μπουρνού, έστησαν και λειτούργησαν ένα θερινό κινηματογράφο στη Μυτιλήνη. Και αυτά που ειπώθηκαν πίνοντας ούζο, «γιατί έτσι μόνο ανοίγουν τα μυαλά μας πια», όπως επισημαίνει στο «Ε» ο Γιάννης Τσαμπάνης έγιναν πραγματικότητα, χάρη και στη Νομαρχία που από πέρυσι έχει βαλθεί να δώσει ένα νέο ιδιαίτερο στέκι στους Μυτιληνιούς, μέσα από την αυλή, που βλέπει κοντά... αιώνα τώρα, την ιστορία της πόλης. «Έτσι το είδαμε… Σε μία αυλή παλιού αρχοντικού δίπλα στη θάλασσα, αρμυρίκια, γεράνια και βασιλικά, μπύρες και λεμονίτες, σινεμά για όλους.». Κάπως έτσι έχουμε ξανά θερινό σινεμά! Μέσα στην πίσω αυλή του «αρχοντικού Γεωργιάδη», με τη κινηματογραφική μηχανή στημένη στην τουαλέτα για να μη πιάνει χώρο, όλο το καλοκαίρι και το χειμώνα μέσα! «Μέσα στο αρχοντικό και αν τύχει και η στέγη του δεν στάζει πολλά νερά της βροχής, οι προβολές θα συνεχιστούν», λένε οι πρωταγωνιστές της προσπάθειας..

***

ΑΧΑΡΝΩΝ
Στην Ελλάδα στις αρχές του 1900 και χρυση εποχή τους ηταν η περίοδος μεταξύ των ετών 1960-1974. Στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας ή σε μια αυλή με την οθόνη περιτριγυρισμένη από πράσινο όπως και οι τοίχοι τριγύρω για να δώσουν όσο γίνεται περισσότερο την αίσθηση της ελληνικής παραδοσιακής αυλής.
Το 1968, στην παλιά μου γειτονιά, στον Αγιο Νικόλαο Αχαρνών, σε ακτίνα 500 μέτρων ευρισκες την Μόνα Λίζα (φαινόταν κι απ το μπαλκόνι της πολυκατοικιας φιλου μου και βλέπαμε τα "ακατάλληλα" η Κ'ατια-πάντα ελληνικό, Ξανθόπουλο ή κωμωδία, Δευτερα-Τριτη εισοδος ενα ταλληρο-και σουβλάκι καλαμάκι -κνισσα με γιασεμί!. Η Μύκονος, μηχανη προβολης στο ..πλάϊ-οθονη σχηματος τραπεζίου, εξειδίκευση γουεστερν, περιπέτειες με πράκτορες, ολα από την Τσινετσιτα Το Μον Ρεπό -παραπλευτως σουβλάκι με πίττα. Εκει πρωτοείδα την Καζαμπλάνκα-και δεν μου άρεσε, μάλιστα! Μετα το 75 η μαγεια χάνεται Οταν χαμηλωνε ο ηχος, μετα τις 11, άκουγες από τα μπαλκόνια στην τηλεόραση τον Παράξενο Ταξιδιώτη (ο Δαμιανός -"Θωμάααά") ή το σήμα των ειδήσεων, κι οι πιστολιές του Κλιντ Ηστγουντ δεν ακούγονταν. Το γιασεμί είναι λουλούδι νοσταλγικά συνδεδεμένο με τα θερινά σινεμά, και τον Λουκιανό.

***

ΚΟΡΥΔΑΛΛΟΣ
Κινηματογράφοι. Μετά τη δίνη του πολέμου και του Εμφυλίου ο κοσμάκης ζήτησε διασκέδαση και η πιο φτηνή ήταν τα σινεμά. Το Ακροπολ ήταν απο τα πρώτα σινεμά στον Κορυδαλλό στην Ταξιαρχών και μετά το Βίκτωρ στην οδό Ζάππα, το Ποπίκο δίπλα απο την Πλατεία Ελευθερίας και το αξέχαστο καλοκαιρινό Αύρα στην Αγίου Γεωργίου με την μάντρα πνιγμένη στα γιασεμιά. Το Ποπίκο διοργάνωνε και μουσικά πρωινά τις Κυριακές. Το Άστρο έγινε αργότερα επί της Γρηγορίου Λαμπράκη. Σήμερα ολα έγιναν σουπερ μάρκετ και μεγαλοκαταστηματα οπως το Ακροπόλ που στεγάζη το κατάστημα Κωτσόβολος στην Ταξιαρχών

***

ΠΕΙΡΑΙΑΣ
Η πιο συνηθισμένη ψυχαγωγία ήταν τότε ο κινηματογράφος, ο οποίος βρισκόταν και στις δόξες του. Υπήρχαν πολλές κινηματογραφικές αίθουσες. Στο κέντρο ήταν:
- Στο Πασαλιμάνι: “ΠΑΛΛΑΣ”, “ΚΑΠΙΤΟΛ” και “ΣΠΛΕΝΤΙΤ”
- Στην Κοραή: “ΧΑΪ ΛΑΪΦ”
- Στη Φίλωνος και ΙΙας Μεραρχίας: “ΗΛΙΣΙΑ” και “ΦΩΣ”
- Στην Αγία Σοφία: “ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑ”
- Στον Άγιο Διονύση: “ΒΑΛΚΑΝΙΑ”
καθώς και άλλοι συνοικιακοί στα Ταμπούρια και την Κοκκινιά.
Αργότερα άνοιξαν και άλλοι:
- το “ΟΛΥΜΠΙΟ” στη Σωτήρος και Ανδρούτσου,
- το “ΑΤΤΙΚΟΝ”,
- η “ΤΕΡΨΙΘΕΑ” και
- το “ΑΠΟΛΛΩΝ”.
Απέναντι από το “ΠΑΛΛΑΣ” στο Πασαλιμάνι υπήρχε και ένας χώρος που χρησιμοποιούνταν για θερινό θέατρο ή σινεμά. Μεγάλο θέατρο είχε μόνο ένα ο Πειραιάς, το Δημοτικό, στο οποίο πολλές φορές κατέβαιναν αξιόλογοι θίασοι από την Αθήνα. Τα άλλα ήταν δευτερεύουσας σημασίας, σε συνοικίες ή σε δρόμους γύρω από το κέντρο.
Έξω από τους κινηματογράφους, όταν πρόβαλαν κάποια σημαντική ταινία, έβλεπες ατελείωτες ουρές να περιμένουν για εισιτήρια. Τόσο πολύς ήταν ο κόσμος που πολλές φορές έβλεπες το έργο όρθιος λόγω συνωστισμού. Γι αυτό πολλοί έμεναν να το δουν και στην επόμενη προβολή καθιστοί. Οι θέσεις δεν ήταν αριθμημένες. Όποιος προλάβει. Τα εισιτήρια ήταν πλατεία και εξώστης. Ο εξώστης ήταν φθηνότερος γι αυτό και εκεί μαζευόταν κυρίως “η μαρίδα” που έκανε και την πιο πολύ φασαρία. Η παρουσία αστυφύλακα πολλές φορές ήταν απαραίτητη.
Οι διαφημίσεις ήταν ατελείωτες και κουραστικές. Χρειαζόταν οι διαμαρτυρίες των θεατών για να ξεκινήσει το έργο. Αν κάποια φορά, από απροσεξία του χειριστή, δεν φαίνονταν τα γράμματα άκουγες τη “μαρίδα”: “γράμματα καμπούρη... ” ενώ όταν αργούσε να αρχίσει η ταινία μετά το διάλειμμα ή οι διαφημίσεις τραβούσαν πολύ άκουγες “όλοοοοο...” ή “θα πάει μακριά η βαλίτσα;”.
Έξω από τους κινηματογράφους ή σε διάφορα μέρη στο Πασαλιμάνι ήταν τα καροτσάκια με τους ξηρούς καρπούς. Για να τους ζεσταίνουν το χειμώνα, είχαν κάποιο σύστημα θέρμανσης το οποίο κατέληγε σε μία μικρή τσιμινιέρα. Έβλεπες λοιπόν να καπνίζει η τσιμινιέρα από το καροτσάκι, η οποία συνήθως είχε γραμμένο πάνω της το όνομα ενός πολεμικού πλοίου, όπως “ΑΒΕΡΩΦ” κλπ. Μέσα στις αίθουσες προβολής, στα διαλείμματα άκουγες τους πωλητές να διαλαλούν την πραμάτεια τους. “Τσίχλες, τσιγάρα, φιστίκι, στραγάλι, πασατέμπο, λεμονάδες, πορτοκαλάδες...”. Αυτά ήταν αρκετά μαζί με το θέαμα. Λίγοι ήταν αυτοί που μετά το σινεμά πήγαιναν σε ταβέρνα. Έπρεπε να αρκεστείς στο ένα από τα δύο. Υπήρχαν βέβαια και τα ζαχαροπλαστεία.
Στο Πασαλιμάνι υπήρχε το ζαχαροπλαστείο “ΠΑΛΛΑΣ” και πίσω απ’ αυτό οι “ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ” ξακουστές για το παγωτό και τους λουκουμάδες. Απέναντι από το “ΠΑΛΛΑΣ” ήταν η ταβέρνα του “ΜΗΤΣΟΥ”. Πιο πέρα στη Ράλλη ήταν η “ΦΩΛΙΑ”. Ταβέρνες και μεζεδάκια έβρισκες πολλά. Το “ΧΑΪ ΛΑΪΦ” στην Κοραή, ο “ΚΑΛΟΞΥΛΟΣ” στην αγορά, ο “ΤΣΑΓΚΟΥΡΗΣ” στον Άγιο Νικόλα, τα “ΜΠΑΚΑΛΙΑΡΑΚΙΑ” στον Άγιο Βασίλη και αργότερα ο “ΚΑΡΑΜΠΑΜΠΑΣ” στον Άγιο Διονύση. Το “ΧΑΪ ΛΑΪΦ” το μεσημέρι ήταν γεμάτο από θαμώνες για ουζάκι, οι περισσότεροι ξέμπαρκοι ναυτικοί. Εκεί πήγαιναν και όσοι είχαν υποθέσεις στα δικαστήρια γιατί κάπου πάνω από το μπαρ ήταν το πρωτοδικείο. Έτσι μετά τις δίκες, στις μπίρες ή στο ουζάκι έβρισκαν παρηγοριά οι χαμένοι ή γιόρταζαν οι κερδισμένοι. Τα βράδια στις ταβέρνες έκαναν την εμφάνιση τους οι λαχειοπώλες που εκμεταλλευόμενοι το κέφι και την ελπίδα για μια εύνοια της τύχης πουλούσαν τα “τυχερά τους” Λαϊκά Λαχεία σε τετράδες συνήθως.
Το Πασαλιμάνι τις Κυριακές και τις γιορτές ήταν το μέρος που συγκέντρωνε τον πολύ κόσμο. Ήταν τελείως διαφορετικό από το σημερινό. Όλο το πέταλο από το Ρώσικο (Ναυτικό Νοσοκομείο Πειραιά) μέχρι την πλατεία Αλεξάνδρας, ήταν τόπος περιπάτου κυρίως τις λιακάδες. Στην πλευρά από Νεωρίων μέχρι πλατεία Αλεξάνδρας υπήρχαν σιδερένια κάγκελα κατά μήκος της διαδρομής. Το ίδιο και από την άλλη μεριά του πετάλου. Και στις δύο μεριές είχε εισόδους με σκαλιά. Ο Χαρίδημος, ο καραγκιοζοπαίχτης, είχε θέατρο σκιών κάπου μεταξύ Χαριλάου Τρικούπη και Σκουζέ. Από την πλατεία Αλεξάνδρας για να περάσεις απέναντι στο Ρώσικο υπήρχε ο βαρκάρης. Η βάρκα ήταν σε ένα μικρό μόλο, λίγο πριν την πλατεία Αλεξάνδρας, στον οποίο κατέβαινες με σκαλιά. Στο μουράγιο προσέγγιζαν και καΐκια από τα νησιά συνήθως. Για αρκετό καιρό, στο Πασαλιμάνι είχαν τη βάση τους δύο πλοιάρια της Πολεμικής Αεροπορίας. Περνώντας την πλατεία και λίγο πριν το “
CAVO DORO” ήταν “η σπηλιά του Παρασκευά”, ένα κέντρο που είχε αφήσει όνομα με τον Μανώλη Χιώτη και τη Μαίρη Λίντα. Τα Βοτσαλάκια στον Παρασκευά ήταν χώρος ελεύθερος για κολυμβητές αλλά χωρίς καμιά οργάνωση, όπως και από τη Φρεατίδα και σε όλο το μήκος της Πειραϊκής.
Τα ψαροκάικα και οι ψαρόβαρκες ήταν προς τον Ναυτικό Όμιλο. Τα περισσότερα ήταν ερασιτεχνικά και βγαίνανε για ψάρεμα όταν ο καιρός το επέτρεπε. Τις Κυριακές που οι περισσότεροι ήταν ελεύθεροι από τις δουλειές τους, η θάλασσα προς την Κούλουρη ήταν γεμάτη από ψαρόβαρκες. Γι αυτό και ήταν συνηθισμένο να έβρισκες κάποιον με κοφίνι να πουλάει ψάρια ή αχινούς.
Κάπως έτσι πέρναγε ο ελεύθερος χρόνος στον Πειραιά κατά τη δεκαετία του ’50... όπως το έζησα και το θυμάμαι.

Κατεβαίνοντας τη ΙΙας Μεραρχίας προς το Πασαλιμάνι, αριστερά, λειτουργούσε ο “Αρχιμήδης” που το κτίριο του υπάρχει ακόμα. Πιο κάτω και δεξιά η “Μυροβόλος”, ένα πολυσύχναστο ζαχαροπλαστείο, και κοντά σ’ αυτό η “Γαλλική Σχολή”. Στον ίδιο δρόμο, προς το λιμάνι, πλησιάζοντας την Ακτή Μιαούλη, αριστερά ήταν δύο κινηματογράφοι. Το “ΦΩΣ” στη γωνία με τη Φίλωνος και λίγο πιο πέρα τα “ΗΛΙΣΙΑ” που προβάλανε καουμπόικα έργα, δύο σε κάθε προβολή. Τα “ΗΛΙΣΙΑ” αντί για οθόνη χρησιμοποιούσαν τον άσπρο τοίχο της αίθουσας και οι θεατές συνήθως ήταν λούστροι. Λίγο μετά τον κινηματογράφο “ΦΩΣ” για πολλά χρόνια στεγαζόταν το εστιατόριο “ΛΙΟΠΕΣΙ”, που είχε μεγάλη πελατεία λόγω της καλής κουζίνας του. Απέναντι περίπου, το άλλο γνωστό εστιατόριο της περιοχής, το “ΑΙΓΑΙΟ”. Εκεί κοντά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια υπήρχε και το καμπαρέ “ARGENTINA”.

***

ΤΡΙΠΟΛΗ
Δεν υπάρχει θερινός κινηματογράφος στην Τρίπολη... Θα μου πεις, κι όταν είχαμε -προσπάθειες Δήμου Τρίπολης στο Πάρκο Παιδ. Χαράς- πηγαίναμε; Όχι• όμως, είχαμε... Μήπως, τώρα, που, η λέξη “διακοπές” δεν ακούγεται... μήπως επανακάμψουμε στο “στραγάλια, πασατέμπο, γκαζόζες παγωμένες, ρε παιδιά...”...
Πού ξέρεις• ίσως... Όχι• ούτε ο “ΑΠΟΛΛΩΝ” του Απάτη, ούτε ο “ΕΣΠΕΡΟΣ” του Μαλλίρη, ούτε η “ΑΥΡΑ” των Μαυρογιανναίων υπάρχουν... ούτε θα υπάρξουν, δυστυχώς... Πόσο έχω επιθυμήσει εκείνο, το νυχτερινό, ολόδροσο περιβάλλον, με τ' αγιόκλημα και το ευώνυμο, τις τριανταφυλλιές και τα τσιμισίρια... Μπορεί να 'τανε ξύλινες οι καρέκλες ή μισοσχισμένες πάνινες... όμως ήτανε ωραία... “Ο τσάκα τσούκα σας για να περνάει η ώρα, ρε μαχαλόμαγκες...” έλεγε ο Κωτσαρίκος... ενώ ο ψευδός Ζαφείρης “φουντθούκια παθατέμπο...” κι ανοιγόκλεινε τη χούφτα του παίζοντας μονά-ζυγά... Δινόντουσαν δυο παραστάσεις: 8-10 και 10-12... Οι πελώριες ταμπέλες με τις ασπρόμαυρες μεγάλες φωτογραφίες... Τζων Γουέιν, Κλαρκ Γκέιμπλ, Βίβιαν Λη, Σοφία Λόρεν, Φρανκ Σινάτρα, Ντιν Μάρτιν... και στα διαλείμματα τραγούδια “Λάτιν”... Ωραία χρόνια... που, όμως, δεν ξαναγυρίζουν... διότι, αν ξαναγυρίσουν, πρέπει να 'χουμε ανατροπές... τ' άσπρα μαλλιά να γίνουνε μαύρα, το πλαδαρό σώμα να γίνει σφιχτό, ως δια μαγείας να 'ρθει η Ρηνούλα δίπλα μου και να κάτσει στη διπλανή καρέκλα κι εγώ να της πιάνω το μπουτάκι... που, τώρα είναι στα προτελευταία ...ήντα της... μ' άλλα τόσα κι εγώ... οπότε “βράσε όρυζαν”... Κι αυτό καταγράφεται ως “όνειρο καλοκαιριάτικης νύχτας”...
***


Δεν υπάρχουν σχόλια: